Το Εξωκλήσι και η Θαυματουργή Εικόνα

Το Εξωκλήσι και η Θαυματουργή Εικόνα

Γραπτές μαρτυρίες για την πρώτη ανέγερση του ναού της Παναγίας στη θέση που βρίσκεται σήμερα δεν έχουμε πριν από το 1813. Δεν ξέρουμε ακόμη μάλιστα αν ο ναός αυτός κτίστηκε ως απλό εξωκλήσι του χωριού Μαριών στη θέση αυτή ή αν κάποτε ήταν ναός κάποιου μετοχίου που αργότερα παραχωρήθηκε στο χωριό. Το βέβαιο πάντως είναι ότι δυτικά και βόρεια αυτού, σε απόσταση ενός έως τριών χιλιομέτρων, υπήρχαν τουλάχιστον τρία μετόχια των Αγιορείτικων μονών Ξηροποτάμου, Σταυρονικήτα και Καρακάλου. Σήμερα όλος ο χώρος που περιέβαλλε τα μετόχια αυτά μαζί με τα ελαιόδενδρά τους που άλλοτε ανήκαν στις αντίστοιχες αγιορείτικες μονές, από το 1932 έχει απαλλοτριωθεί και τον κατέχουν οι κάτοικοι των Μαριών και των Λιμεναρίων.

Τι ρόλο λοιπόν έπαιξε το εξωκλήσι της Παναγίας; Πότε ακριβώς πρωτοκτίστηκε; Προϋπήρχε των παραπάνω μετοχίων; Ο Θάσιος φιλόλογος  κ. Κ. Χιόνης, γνωστός για τη μεγάλη του προσφορά στη διάσωση της ιστορίας και των παραδόσεων του νησιού Θάσου, γράφει παρασυρόμενος προφανώς από τις κτιτορικές επιγραφές που υπάρχουν στο νότιο και δυτικό τοίχο της εκκλησίας, αλλά και σε μια «οικοδομική” άδεια που βρίσκεται στην πίσω σελίδα κάποιου τουρκικού έγγραφου, το οποίο μνημονεύουμε σε άλλη ενότητα, ότι ο ναός πρωτοκτίστηκε το 1813. Αντίθετα δική μας άποψη ήταν πάντοτε ότι στο ίδιο σημείο που είναι κτισμένη σήμερα η εκκλησία, προϋπήρχε ναός, έστω μικρότερος, στα θεμέλια του οποίου κτίσθηκε η νέα εκκλησία. Και ο χρόνος μας δικαίωσε. Μετά τη μετάφραση του παραπάνω εγγράφου, το θέμα ως προς τη σημερινή εκκλησία έχει λυθεί οριστικά. Πότε όμως πρωτοκτίστηκε το πρώτο εκκλησάκι; Πολλές είναι οι παραδόσεις και οι θρύλοι που κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα στους Μαριώτες. Ποιες τελικά από αυτές είναι αληθινές;

Περιμένοντας μια μέρα το λεωφορείο της γραμμής στη γέφυρα που βρίσκεται στη διασταύρωση του δρόμου Πρίνου-Λιμενάρια και Σκάλας Μαριών είχα την τύχη να συναντηθώ με μερικές από τις γεροντότερες γυναίκες του χωριού. Μεταξύ αυτών που συγκράτησα τα στοιχεία της, ήταν και η κ. Μαρίνου Διαμάντω, σήμερα 85 ετών. Γρήγορα η κουβέντα μας έφθασε στο μοναστήρι της Παναγίας, της «Παναγούδας”, όπως το έλεγαν πριν. Μου μίλησαν για τα πανηγύρια τους, για τα ολονύκτια και, μερικές φορές, πολυήμερα (μέχρι και μία βδομάδα) γλέντια τους, μου μίλησαν για τα πολυάριθμα θαύματα της Παναγίας μας και φυσικά μου είπαν για την παράδοση που διασώθηκε από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες τους και αναφέρεται στο κτίσιμο της πρώτης εκκλησίας.

Δεν ήταν, λέει ο θρύλος, τα παλαιά τα χρόνια εκεί η εκκλησία της Παναγούδας. Ήταν πολύ πιο κάτω από τη σημερινή της θέση, δίπλα στον Πύργο, στη διασταύρωση δηλαδή που ενώνεται ο δρόμος για τα Λιμενάρια με το σημερινό αμαξωτό δρόμο Σκάλας Μαριών με το επάνω χωριό. Αχλάδι τη λέγανε όλη τη γύρω περιοχή, ίσως από τις πολλές αχλαδιές που υπήρχαν κατάσπαρτες παντού.

Η εκκλησία δεν ήταν τότε μεγάλη. Ένα μικρό εκκλησάκι ήταν, αλλά στο Πανηγύρι του (15 Αυγούστου) μαζευόταν όλος ο κόσμος απ’ τη γύρω περιοχή.

Γλέντια και τότε γίνονταν πολλά. Ο κόσμος τα πανηγύρια αυτά περίμενε για να διασκεδάσει. Δεν είχε τότε τις σημερινές δυνατότητες…

Σ’ ένα τέτοιο όμως πανηγύρι ήρθε η καταστροφή. Δεν ξέρουμε πότε έγινε αυτό. Ο θρύλος χάνεται στα βάθη του παρελθόντος. Ήρθαν, λέει, πειρατές, οι φοβεροί Αγαρηνοί και κατέσφαξαν τον κόσμο. Πότε έγινε αυτό; Μήπως τότε που το νησί και όλη η Μεσόγειος μαστίζονταν από την Πειρατεία; Ήταν πράγματι ‘Αγαρηνοί” και «Πειρατές” οι σφαγείς ή κάποια αρχική περίοδος τουρκικής θηριωδίας; Αν πράγματι πάντως δεν ήταν Τούρκοι αλλά «άλλοι πειρατές”, τότε η σφαγή πρέπει να έγινε τουλάχιστον πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα.

Τι λέει όμως ο θρύλος; «Την παραμονή κάποιας πανηγύρεως, άρχισε να διηγείται η κ. Διαμάντω, ένα βυζανιάρικο μωρό που δεν είχε ακόμη κλείσει ούτε τους δεκαπέντε μήνες της ζωής του, μίλησε ξαφνικά. Είπε πως βλέπει αίματα, σφαγές και βασανιστήρια και πως πρέπει όλοι να φύγουν. Ο πανικός και ο φόβος που έπιασε τότε όλους τους χριστιανούς ήταν τρομερός αλλά δυστυχώς οι περισσότεροι δεν έφυγαν αμέσως. Έτσι, όταν την άλλη μέρα έφτασαν πράγματι οι πειρατές, έσφαξαν χωρίς οίκτο όλους του «άπιστους’. Έτσι, συνέχισε η κ. Διαμάντω, τελειώνει στη «φάση” αυτή ο θρύλος”. Η εικόνα της Παναγίας που ήταν μέσα στο εξωκλήσι χάθηκε. Την πήραν αυτοί που έφυγαν την παραμονή και την έκρυψαν πιο πάνω; Την πήρε κάποιος λαβωμένος απ’ τις σπαθιές των Αγαρηνών και κατάφερε να την φέρει πριν ξεψυχήσει στο μέρος που βρέθηκε αργότερα; Κανείς δεν ξέρει να μας πει. Πάντως η Εικόνα σε λίγο βρέθηκε. Και βρέθηκε με τρόπο θαυματουργικό.

Εδώ έκανε το σταυρό της η κυρά Διαμάντω και την μιμήθηκαν και οι άλλες γυναίκες που ήταν δίπλα της. Σε λίγο πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «Χρόνια πολλά μετά το κακό, η ίδια η Παναγία παρουσιάστηκε σ’ ένα τσοπανόπουλο…” Ο κόσμος, τότε, όπως γράφει και ο Φώτης Τριάρχης που διέσωσε και αυτός τον ίδιο θρύλο αντλώντας προφανώς απ’ τις ίδιες τις… πηγές, ήταν πιο αγνός, πιο θεοφοβούμενος… Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Τριάρχη να περιγράψει το θαύμα, αφού η περιγραφή του συμπίπτει ακριβώς με τη διήγηση της κυρά Διαμάντως:

Ένας τέτοιος λοιπόν άνθρωπος Μαριώτης, που ήταν τσοπάνος και που έβοσκε τα κατσίκια του σε μια πλαγιά, λίγο απόμακρα από τον τόπο της σφαγής, είδε θείο όραμα.

Μια μαυροφόρα γυναίκα, με φωτοστέφανο γύρω από τ’ αγγελικό πρόσωπό της, τον πρόσταξε να πάει να πει στους προκρίτους των Μαριών να κτίσουν εκκλησία εκεί που θα βρεθεί η χαμένη εικόνα της Παναγούδας. Ταραγμένος ξύπνησε ο βοσκός. Οι κατσίκες του βέλαζαν ανήσυχες. Τριγυρνούσαν ένα θάμνο μυροφόρο και μόλις τον πλησίαζαν απομακρύνονταν τρομαγμένες. Μα πάλι σαν μαγνήτης τους τραβούσε ο θάμνος και ξαναγύριζαν και πάλι έφευγαν. Οδηγούμενος από τη Θεία Πρόνοια, ο απλοϊκός αιγοβοσκός προχώρησε προς τον θάμνο. Ένα μύρο αναδίνονταν που σαν βάλσαμο ημέρωνε τη ψυχή του. Με δέος αντίκρισε κάτω από τον θάμνο την ιερή εικόνα. Έτρεξε στο χωριό και τα διηγήθηκε όλα… Σε λίγο καιρό η ευλαβική πίστη των κατοίκων των Μαριών έκτισε εκεί ένα πολύ μικρό ξωκλήσι. Οι Τούρκοι τύραννοι δεν άφησαν να γίνει κανονική εκκλησία όπως ήθελαν οι Χριστιανοί. Σκάβοντας, τινάχτηκε νερό από τη γη. Αγίασμα, που ακόμα και σήμερα, έπειτα από τόσα χρόνια, τρέχει. Κάθε χρόνο το Δεκαπενταύγουστο πάλι ξαναγίνονταν το πανηγύρι. Πάλιν η χαρά άνθισε στη γη των Μαριών… Κι η Παναγούδα θαυματουργούσε, χαρίζοντας υγεία και γαλήνη σ’ εκείνους τους αρρώστους που με πίστη ατράνταχτη προσέρχονταν ικέτες προς Αυτήν…”.

Έτσι λοιπόν, λέγει η παράδοση, χτίσθηκε η πρώτη εκκλησία στο χώρο αυτό. Όταν είχα αρχίσει την εργασία μου αυτή, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε κάποια αιτία για την ίδρυσή της. Ούτε ότι υπήρχε καταγραμμένος ο θρύλος που περιγράψαμε και ούτε φυσικά είχα συναντήσει τότε τις γυναίκες από τη Σκάλα των Μαριών. Είχα όμως από τότε την πεποίθηση ότι προϋπήρχε εκκλησία στο σημερινό χώρο του μοναστηριού. Και να που οι θρύλοι με δικαίωσαν. Κτίσθηκε λοιπόν τότε το εξωκλήσι αυτό. Πότε όμως, γιατί και πώς έγινε η σημερινή μεγαλύτερη εκκλησία;

Και πάλι οι παραδόσεις και οι θρύλοι της περιοχής διέσωσαν πολλά στοιχεία. Γνωστό είναι το «θαύμα με τη Χανούμισσα”, όπως θα το δούμε σε άλλη ενότητα. Πάντως φαίνεται, ότι οι ευσεβείς Μαριώτες εκμεταλλεύτηκαν τις «δημόσιες” σχέσεις τους με τους Τούρκους της περιοχής τους,

Έτσι κατάφεραν κάποια στιγμή να αποσπάσουν μια άδειά τους και τότε ρίχτηκαν με ενθουσιασμό στη δουλειά. «Έπρεπε, λέει η τοπική παράδοση, να τελειώσει το χτίσιμο της Εκκλησίας μέσα σε τριάντα μέρες από την ώρα που θα έπαιρναν στα χέρια τους το φιρμάνι”. Και τα κατάφεραν. Ούτε οι μισές μέρες δε χρειάστηκαν. Μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, δούλεψαν με όρεξη και ζήλο θεϊκό. Ακριβώς σε δέκα τρεις μέρες, η σημερινή εκκλησία της Παναγούδας ήταν έτοιμη.

Μοιράσου