Από Εξωκλήσι της Παναγούδας σε Μοναστήρι

Από Εξωκλήσι της Παναγούδας σε Μοναστήρι

Πολλά χρόνια φαίνεται ότι έμεινε το εκκλησάκι της Παναγίας (Παναγούδας) ένα απλό και μεμονωμένο κτίσμα. Ό, τι υπάρχει σήμερα γύρω απ’ αυτό, εκτός φυσικά από τα κτίσματα της τελευταίας 20ετίας, είναι κτίσματα μάλλον μεταγενέστερα. Σήμερα χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες ή απλοί βοηθητικοί χώροι.

Ο σημερινός ναός χτίσθηκε πράγματι στις αρχές του περασμένου αιώνα. Σε τουρκικό έγγραφο (χοτζέτι) που διασώζεται σήμερα στο Λαογραφικό Μουσείο του Δήμου Καβάλας και προήλθε από το οικογενειακό αρχείο της μεγάλης θασιακής οικογένειας Φυλαχτάκη, αναγράφονται στα ελληνικά στο πίσω μέρος αυτού κατά λέξη τα εξής: «1813. Απριλίου 23, Χοτζέτι της Εκκλησίας στην παναγία: να γίνει: στου αχλάδι: μάκρος: πίχις-22: φάρδος. πίχες-10, ψίλος. πήχες έξι, πόρτες-2 με του χαγιάτι μαζί… τα παραθύρια «. Ασφαλώς ήταν η περίληψη της άδειας της τουρκικής διοικήσεως και αναφερόταν στην Εκκλησία της Παναγούδας. Το ερώτημα όμως που παρέμεινε μέχρι προ ολίγου ήταν αν η εκκλησία πράγματι κτίσθηκε στο σημείο αυτό για πρώτη φορά, ή αν τότε (1813) ξανακτίσθηκε. Κανείς δεν ήταν σε θέση να μας διαφωτίσει. Οι περισσότεροι πάντως από τους ερωτηθέντες υποστήριζαν ότι πράγματι πρωτοκτίστηκε το εκκλησάκι το 1813. Έπρεπε λοιπόν να γίνει η μετάφραση του τουρκικού αυτού εγγράφου. Για δύο χρόνια που κράτησε περίπου η εργασία μας αυτή, δε γνωρίζαμε το περιεχόμενό του. Οι αρκετοί περσικοί ιδιωματισμοί που είχε το έγγραφο, όπως μας είπε ο μεταφραστής και κάποιοι άλλοι τεχνικοί λόγοι, έγιναν αφορμή να καθυστερήσει η μετάφραση. Αλλά, επιτέλους, τα Χριστούγεννα του 1989 πήραμε την απάντηση. Η Παναγούδα δεν κτίστηκε το 1813 αλλά τότε επισκευάστηκε. Ήταν λοιπόν κτίσμα πολύ παλαιότερο και χρειάστηκε να επισκευασθεί. Το έγγραφο στο σημείο αυτό είναι σαφές: «… το ποίμνιον της Κοινότητος Μαριών… έχουν ανάγκη να επισκευάσουν την εκκλησίαν των που ευρίσκεται εις την τοποθεσίαν Αχλατζή (Αχλάδι τη λένε σήμερα) εις τον παλαιόν της ρυθμόν… ” Ημερομηνία ή άλλη επισήμανση δεν υπάρχει στο έγγραφο εκτός από την τουρκική σφραγίδα στο τέλος του κειμένου αυτού. Ο τίτλος της σφραγίδος δυστυχώς δεν ξεχωρίζει, φαίνεται όμως στο κέντρο αυτής η τουρκική χρονολογία 1213. Αν λοιπόν σ’ αυτή προσθέσουμε τη διαφορά από τη γέννηση του Ιησού Χριστού μέχρι την γέννηση του Μωάμεθ, δηλαδή 584 χρόνια, τότε η σφραγίδα κατασκευάσθηκε μετά το 1797 (1213+584). Επομένως και το έγγραφο συντάχτηκε μετά το 1797. Αφού όμως στην άλλη του όψη (σελίδα) έχει, όπως είπαμε, την άδεια επισκευής με χρονολογία 23 Απριλίου 1813, άρα και η πρώτη σελίδα του εγγράφου γράφτηκε το έτος αυτό. Τι γράφει λοιπόν το έγγραφο; «Λόγος συντάξεως του παρόντος τυγχάνει το γεγονός ότι το ποίμνιον της κοινότητος Μαριών, όλοι μαζί απευθύνθησαν εις ημάς και δήλωσαν ότι έχουν ανάγκην να επισκευάσουν την εκκλησίαν των που ευρίσκεται εις την τοποθεσίαν Αχλατζή εις τον παλαιόν της ρυθμόν και επειδή η παραγωγή των κατοίκων του νησιού αποτελείται εξ’ ολοκλήρου από ελαιοπαραγωγή ήτις δια την ωρίμανσιν και συγκομιδή απαιτείται η παρέλευσις τριών έως τεσσάρων μηνών τουλάχιστον, αιτούμεθα από τους εξοχοτάτους κυρίους Υπουργούς μας να μας χορηγηθή η εν λόγω άδεια επισκευής συμφώνως προς τον παλαιόν ρυθμόν (στυλ) με δύο θύρας και τρία παράθυρα σύμφωνα με την άδειαν που θα χορηγήσουν οι Υψηλές Αρχές. Δεν θα προσθέσουμε τίποτε από ότι η άδεια επιτρέπει.

Τ. Σ. Ευχαριστούμεν υμάς εκ των προτέρων». Στο έγγραφο εκτός από την προσπάθεια να αποσπασθεί η άδεια επισκευής του εξωκκλησίου, ” ανάγκη, όπως γράφει, να επισκευάσουν την εκκλησία των εις τον παλαιόν ρυθμόν” και λίγο πιο κάτω: «αιτούμεθα… να μας χορηγηθεί η εν λόγω άδεια επισκευής συμφώνως προς τον παλαιόν ρυθμόν (στυλ)”, φαίνεται και η αγωνία και η προσπάθεια να πείσουν τις αρχές να δώσουν άδεια ώστε να γίνει ο ναός και πάλι μεγάλος με τον ίδιο ρυθμό, όπως ο παλαιός. Τι σχέση όμως έχει με την άδεια ηαναφορά του εγγράφου στο ότι… «η παραγωγή των κατοίκων του νησιού αποτελείται εξ’ ολοκλήρου από ελαιοπαραγωγή, ήτις διά την ωρίμανσιν και συγκομιδή απαιτείται η παρέλευσις τριών έως τεσσάρων μηνών τουλάχιστον… «;

Άποψή μας είναι ότι (επιθυμούντες να είναι ο ναός μεγάλος) επικαλούνται Την ελαιοπαραγωγή τους και το μεγάλο χρόνο που χρειάζεται για τη συγκομιδή της, επειδή… είναι ανάγκη να μένουν στην περιοχή πολύ χρόνο και φυσικά πολλοί άνθρωποι, και επομένως να «φιλοξενούνται” μέσα σ’ αυτόν κατά τη διάρκεια των δυσμενών καιρικών συνθηκών…

Η εκδοχή του να επικαλούνται την ελαιοπαραγωγή για να αποσπάσουν μεγαλύτερο χρόνο για τις επισκευαστικές εργασίες, δε φαίνεται να είναι πολύ πειστική, τουλάχιστο από τη συγκεκριμένη σύνταξη (μετάφραση) του εγγράφου. Εκτός και αν το έγγραφο συντάχθηκε στις αρχές φθινοπώρου του 1812, οπότε, αν η άδεια δίδονταν μέσα στο χειμώνα, δε θα μπορούσαν να εργασθούν οι τεχνίτες τότε και επομένως θα έχαναν την ευκαιρία, αφού οι άδειες αυτές πάντοτε είχαν συγκεκριμένη ημερομηνία εργασιών.

Δόθηκε λοιπόν η άδεια επισκευής και οι εργασίες άρχισαν αμέσως. Φαίνεται ότι εργάστηκαν με ιδιαίτερο ζήλο οι τεχνίτες και όλοι οι χριστιανοί του χωριού, αφού σε 13 ημέρες τελείωσε «η επισκευή” των τοίχων. Στις 23 Απριλίου είχε δοθεί η άδεια επισκευής από τις τοπικές αρχές και στις 6 Μαΐου τελείωσε, τουλάχιστο, το κτίσιμο. Στο κέντρο της νότιας εξωτερικής πλευράς του ναού υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, διαστάσεων 25×50 εκ., που αναγράφει καθαρά ως χρονολογία ανεγέρσεως (επισκευής) την 6ην Μαΐου που συμπίπτει με το περιεχόμενο του παραπάνω τουρκικού εγγράφου, όπως επίσης και αφιέρωση στην Υπεραγία Θεοτόκο. Η ενθύμηση αυτής της πλάκας έχει ακριβώς ως εξής: «1813 Μαΐου στ. ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΦΥΛΑΤΕ ΚΑΙ ΣΚΕΠΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΟΥ”.

Το ότι η «επισκευή” αυτή ήταν ολοκληρωτική και μάλλον εκ βάθρων, φαίνεται αφ’ ενός μεν από το ίδιο το έγγραφο το οποίο αναφέρει ότι ο ναός θα είναι όπως ο παλαιός «με δύο θύρας και τρία παράθυρα” (αν η «επισκευή” ήταν μερική δε θα ανέφερε δομικές λεπτομέρειες του κτίσματος), και αψ’ ετέρου από το γεγονός ότι και άλλη εντοιχισμένη επίσης πλάκα (20×40 εκ.) που υπάρχει στη δυτική πλευρά του ναού, επαναλαμβάνει επίσης την ίδια χρονολογία και ακόμη το όνομα του χτίστου «μάστορα”, το οποίο όμως είναι δυσανάγνωστο. Τέλος, αναθηματική πλάκα υπάρχει και άλλη στο νότιο και πάλι τοίχο, στην επάνω αριστερή γωνία αυτού, διαστάσεων 35×20 εκ., στην οποία ανάμεσα σε δύο σταυρούς αναγράφεται η ίδια και πάλι χρονολογία, δηλαδή 1813.

Ο ναός διαστάσεων 16,5×8,5 περίπου μέτρων είναι τρίκλιτος και ρυθμού Βασιλικής. Η στέγη του είναι ξύλινη αμφικλινής (σαμαρωτή) και καλύπτεται από λεπτότατες πέτρινες πλάκες, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλα τα κτίσματα αυτής της περιόδου στη Θάσο. Η οροφή είναι ακάλυπτη. Φαίνονται ελεύθερα τα δοκάρια, οι αντιρίδες, οι ορθοστάτες (μπαμπάδες), οι ελκυστήρες και τα ζευκτά (ψαλίδια) που στηρίζονται επάνω σε ξύλινες κολόνες και φουρούσια (προβόλους).

Το φως στην εκκλησία είναι πολύ λίγο. Τρία μικρά, σιδηρόφρακτα, δίφυλλα παράθυρα διαστάσεων 70×70 εκ, τα δύο στον κυρίως ναό, και 40×60 εκ. το τρίτο στο Άγιο Βήμα, βρίσκονται όλα στο νότιο τοίχο. Ένα άλλο, πολύ μικρότερο, στο κέντρο της κόγχης του Αγίου Βήματος, μόλις που βοηθάει και αυτό στις στοιχειώδεις ανάγκες φωτισμού. Έτσι το λιγοστό αυτό φως δημιουργεί μια πολύ κατανυκτική ατμόσφαιρα. Η ψυχή του ανθρώπου προσκυνητού ευφραίνεται, αισθάνεται έντονα τη μυσταγωγία του θείου και γεμίζει από μια αγιασμένη γλυκύτητα. Σ’ αυτό βοηθά εξάλλου, παράλληλα με τη γλυκόφωτη αχλή που σκορπίζουν στο μισοσκόταδο τα κεριά και οι φλογίτσες των καντηλιών και το γεγονός ότι όλοι οι τοίχοι του ναού είναι κατάμεστοι από θαυμάσιες αγιογραφίες Αγίων, Οσίων, Μαρτύρων, Ιεραρχών, Νεομαρτύρων, ή άλλων θρησκευτικών παραστάσεων και κυρίως από τις περιστάσεις των είκοσι τεσσάρων Οίκων του Ακαθίστου «Υμνου, όπως θα αναφερθούμε σε ξεχωριστή ενότητα. Όλα τα πρόσωπα, σεμνόχρωμα αλλά ιδιαίτερα εκφραστικά, σχεδόν εξαϋλωμένα, είναι καμωμένα από τα ίδια ευλαβικά και ταπεινά χέρια ενός ασφαλώς ικανού αγιογράφου.

Νάρθηκας δεν υπάρχει. Αντ’ αυτού υπάρχει πρόπυλο (χαγιάτι) διαστάσεων 9×3 μ. με ξύλινες κολώνες από τις οποίες κρέμονταν μέχρι προ ολίγου το σήμαντρο (τάλαντο) της μονής. Η στοά αυτή (πρόπυλο) σκεπάζεται με μια μονόρικτη ξύλινη επίσης στέγη, καλυμμένη και αυτή με τις ίδιες γκριζογάλανες και χορταριασμένες από το χρόνο πλάκες του κυρίως ναού.

Η ιδέα για τη δημιουργία μονής με κέντρο το ναό αυτό της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου πρωτοχαράκτηκε στη σκέψη του έπειτα ηγουμένου σ’ αυτήν, σημερινού Μητροπολίτη Ξάνθης κ. Παντελεήμονα Καλαφάτη, τη Διακαινήσιμο εβδομάδα του 1971, όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκε το νησί και με την ευκαιρία αυτή και το εξωκλήσι τότε της Παναγίας για να προσκυνήσει τη θαυματουργό εικόνα Της. Η ηρεμία της περιοχής, τα καταπράσινα βουνά που το περιέβαλλαν, η ειδυλλιακότητα του περιβάλλοντος και προπαντός η θέληση της Υπεραγίας Θεοτόκου και το σχέδιο του Πανάγαθου Θεού,” οδήγησαν τη σκέψη του νεαρού τότε Ιερομονάχου στη μελλοντική ανέγερση της μονής.

Η αρχική αυτή επιθυμία γρήγορα έγινε απόφαση. Έτσι τρία χρόνια αργότερα με την ευλογία του μόλις τότε ενθρονισθέντος (15 Ιουνίου 1974) Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλίππων Νεαπολέως και Θάσου κ. Προκοπίου, εκδόθηκε το Π.Δ. στο οποίο περιέχεται η ιδρυτική πράξη ανεγέρσεως ανδρώας μονής, η οποία και δημοσιεύτηκε στο με αριθμό 299 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως στις 4 Μαρτίου 1976, τ. Α.20

Ήδη από το 1974 είχαν αρχίσει οι πρώτες ανακαινιστικές εργασίες του ναού και η αποπεράτωση του προσωρινού ξενώνα, που βρίσκεται αμέσως δεξιά μόλις μπαίνουμε από την κεντρική είσοδο της μονής. Το κτίριο αυτό χρησιμοποιήθηκε για την προσωρινή στέγαση των τριών υπέργηρων γυναικών μοναχών, οι οποίες ανήκουν στη δύναμη της μονής του Αγίου Παντελεήμονος Θάσου, αλλά είχαν εγκατασταθεί εδώ για την εξυπηρέτηση των αναγκών της μονής της Παναγίας.

Από το φθινόπωρο λοιπόν του 1974, αφού με απόφαση των δύο εκκλησιαστικών συμβουλίων 22 των Μαριών έγινε η παραχώρηση του εξωκκλησίου της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου” και οριοθετήθηκε η έκταση της μονής (7 περίπου στρέμματα), άρχισε για την ασφάλειά της η κατασκευή ενός τοιχίου περιμανδρώσεώς της. Το τοιχίο αυτό μήκους 20 περίπου μέτρων και ύψους 2.5 μ. καλύπτει ολόκληρη την ανατολική πλευρά, όπου και η είσοδος της μονής.

Το 1977 μπήκε ο θεμέλιος λίθος ανέγερσης της βόρειας πτέρυγας της μονής. Σε χρόνο ελάχιστο σχεδόν, οι εργασίες προχώρησαν πολύ γρήγορα και το 1981 είχε ήδη ολοκληρωθεί το πρώτο μέρος, όπως περιλάμβανε το αρχικό σχέδιο αυτής, δηλ. τρία κελιά και το προσωρινό όμορφο αρχονταρίκι. Το ωραίο προστύλιο, που μπήκε λίγο αργότερα μπροστά από τους χώρους αυτούς, με χρωματισμό καθαρά παραδοσιακό-βυζαντινό, υπογράμμισε το φιλότεχνο πνεύμα του κτήτορα ηγουμένου. Πολύ γρήγορα και μόλις οι οικονομικές προϋποθέσεις το επέτρεψαν, οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν (1985) και έτσι η πτέρυγα αυτή επεξετάθηκε προς τη δυτική πλευρά της.

Καρπός της νέας αυτή οικιστικής δημιουργίας ήταν η ανέγερση ενός θαυμάσιου παρεκκλησίου. Πρόκειται για το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Είναι πραγματικά ένα κόσμημα για τη μονή. Εδώ γίνεται η θεία λειτουργία κάθε Τρίτη και σε κάθε μνήμη του Αγίου. Μελλοντικά θα εξυπηρετούνται εδώ οι λατρευτικές ανάγκες αποκλειστικά και μόνον των πατέρων της μονής.

Οι οικοδομικές όμως εργασίες, δεν τελείωσαν εδώ. Στο χώρο που βρίσκεται αμέσως μετά τη κεντρική είσοδο της μονής και αριστερά αυτής, από τις αρχές Οκτωβρίου 1988, άρχισε η ανέγερση ενός διωρόφου κτιρίου, στον πάνω όροφο του οποίου στεγάζεται μια αίθουσα παραμονής των επισκεπτών (αρχονταρίκι), ενώ στον κάτω, άλλοι βοηθητικοί χώροι. Ήδη σήμερα, το αρχονταρίκι αυτό έχει ήδη αποπερατωθεί και έχουν τελειώσει όλες οι διακοσμητικές εργασίες. Έτσι σήμερα το μοναστήρι θα μπορεί να φιλοξενεί, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της ημέρας, αρκετούς επισκέπτες.

Έτσι λοιπόν το μικρό, απλό και ταπεινό εκκλησάκι της Παναγούδας των Μαριών, ουσιαστικά «ζωντανό” μόνο κατά το πανηγύρι του 15/Αυγούστου, έγινε ένα ωραιότατο Μοναστήρι, αληθινό στολίδι στην καταπράσινη ομορφιά της Ν.Δ Θάσου.

Μοιράσου