Αγιογράφηση του Ναού

Αγιογράφηση του Ναού

Δεν είναι συνηθισμένη η αγιογράφηση (ιστόρηση) των ναών την εποχή αυτή εκτός του Αγίου Όρους. ‘Ίσως η σπανιότητα δοκίμων καλλιτεχνών, ίσως το μεγάλο κόστος που απαιτούσε μια ολική κάλυψη των τοίχων του ναού με αγιογραφίες, ίσως τέλος άλλοι λόγοι, πάντως ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης κατά το 19ο αιώνα δεν έχουμε πολύ συχνά τοιχογραφίες.

Αντίθετα σε ορισμένα χωριά μπορούμε να βρούμε αγιογραφημένους ναούς. Τοπικοί καλλιτέχνες, άγνωστοι στην ευρύτερη περιφέρεια, συνήθως αυτοδίδακτοι ή μαθητές άλλων λαϊκών ζωγράφων, πάντως με ιδιαίτερη φλόγα στην ψυχή και, μερικές φορές, με ικανότητες όχι τυχαίες, αναλάμβαναν το μεγάλο αυτό πράγματι και ξεχωριστά ιερό έργο. Η έμπνευσή τους, η χρωματική ευαισθησία τους, η δεξιοτεχνία τους, πολλές φορές ανέδειξε πραγματικά αριστουργήματα.

Το θαυμαστό δε ακόμη είναι, ότι σπάνια θα συναντήσουμε καλλιτεχνικές «αυθαιρεσίες”. Όλοι οι αγιογράφοι επώνυμοι ή ανώνυμοι, κληρικοί και λαϊκοί, εμπνεόμενοι πάντοτε από τη θεολογική, συμβολική σωτηριολογική προοπτική του χριστιανικού ναού, αλλά και από τον παιδαγωγικό και λειτουργικό χαρακτήρα του, ακολουθούν με ευλάβεια την ορθόδοξη παράδοση και υποτάσσουν «τη των δογμάτων ορθότητα των χρωμάτων άνθη”. Κανενός δεν του διαφεύγει ότι οι πολύχρωμες αυτές εικόνες, φορητές ή τοιχογραφημένες, είναι αρχέτυπα μορφών υπερβατικών και ότι εικονίζουν όχι τόσο την όψη την εξωτερική, όσο αποκαλύψεις και οράματα του κόσμου των Αγίων.

Αυτός ο υπερβατικός χαρακτήρας ενδιαφέρει πάντοτε τον αγιογράφο. Ο ιδεολογισμός ή άλλοτε ο ρεαλισμός, κατά την κρίση του, παραχωρούν τη θέση τους στη νοηματική θεώρηση κάθε καλλιτεχνικής απεικόνισης που κρύβεται κάτω από τη μορφή και το χρώμα και περιβάλλεται με το στεφάνι του μαρτυρίου και της δόξας. Εντάσσοντας την καλλιτεχνική του δεξιοτεχνία κάτω από τους αυστηρούς κανόνες της εκκλησιαστικής παράδοσης και συμπτύσσοντας την ιστορία, είναι πολύ εύκολο να ανατρέπει τους κανόνες της κοσμικής ζωγραφικής, να καταργεί πολλές φορές την προοπτική και να αλλοιώνει το μέγεθος και τις αναλογίες των σωμάτων και των κτισμάτων.

Έτσι και ο αγιογράφος των τοιχογραφιών του κατάγραφου Καθολικού της ιεράς Μονής της Παναγίας, όπου κατά πάσα πιθανότητα είναι ο ίδιος που αγιογράφησε και τις άλλες εκκλησίες της Θάσου αυτής της περιόδου (19ος αιώνας),απ’ αυτά ασφαλώς τα ιδεώδη ήταν γεμάτος.

Χώρισε πρώτα-πρώτα τις επιφάνειες όλων των τοίχων του ναού σε δύο βασικές ζώνες ή διαζώματα. Στο επάνω διάζωμα κατά κύριο λόγο εικονίζονται παραστάσεις από τη ζωή της Θεοτόκου, που ακολουθούν τη σειρά των γεγονότων που εξιστορούνται υμνητικώς στους οίκους του Ακαθίστου Ύμνου.

Παρεμπιπτόντως, και μόνον για καθαρά τεχνικούς λόγους (ύπαρξη παραθύρων κ.ά.), υπάρχουν μερικές μόνον παραστάσεις και μορφές αγίων που είναι εκτός του παραπάνω κύκλου των Οίκων του Ακαθίστου, όπως είναι οι εικόνες του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος μέσα στο ‘Άγιο Βήμα και οι εικόνες του Αγίου Ιακώβου, Αγίου Γεωργίου, Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου και του Αγίου Ιωαννικίου στον κυρίως ναό, όπως και του Αγίου Ιλαρίωνος, ολόσωμη (σε φυσικό μέγεθος) και μερικές ακόμη που βρίσκονται όλες στο επάνω διάζωμα του νότιου τοίχου. Εξαίρεση επίσης προς τον κύκλο αυτό, του Ακαθίστου, σχετική όμως πάντοτε με το πρόσωπο της Παναγίας, αποτελεί η μεγαλειώδης παράσταση της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου” που δεσπόζει στη δυτική πλευρά του ναού, καταλαμβάνοντας το μισό ακριβώς της επιφάνειας του τοίχου αυτού και η εικόνα της Παναγίας μας και πάλι, ακριβώς απέναντι, στην κόγχη του Αγίου Βήματος, που κρατά στην αγκαλιά της τον Ιησού Χριστό ως βρέφος με τη γνωστή προσωνυμία «Πλατυτέρα των Ουρανών”.

Όλα τα χρώματα (είδος νερομπογιάς) που χρησιμοποίησε ο άγνωστος και εδώ αγιογράφος, όπως και των άλλων εκκλησιών της Θάσου αυτής της περιόδου, είναι ιδιαίτερα έντονα, με επικρατέστερα το κόκκινο και το ανοιχτό μπλε (σελ). Ο συγκερασμός των χρωμάτων είναι ιδιαίτερα επιτυχημένος και σοφός. Η χρωματική μεταλλαγή είναι πραγματικά υπέροχη και ανεπαίσθητη, όταν χρειάζεται, ή και εντονότερη, όταν είναι ανάγκη να αποδοθεί μια καμπυλότητα στο σχήμα, είτε γενικά για να πετύχει κάποια πτύχωση ή προοπτική.

Οι σοφοί συνδυασμοί και η εκμετάλλευση όλων των χρωμάτων, όπως του ανοιχτού πράσινου, του κίτρινου, του μαύρου και του γαλάζιου με όλες τις αποχρώσεις του, ή κυρίως του κόκκινου, με όλες τις διαβαθμίσεις από το βαθύ (βυσσινί) ως το ασπροκόκκινο, είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τέχνης της εποχής αυτής.

Κενοί ενδιάμεσοι χώροι δεν υπάρχουν καθόλου. Με τα έντονα πλαίσια (κόκκινες ταινίες) γύρω από τις παραστάσεις, που πολλές φορές δεν κρατούνται απόλυτα στην παραλληλία και στην ευθυγραμμία, σπάζει η «μονοτονία” της επιφάνειας του τοίχου. Η πολυχρωμία και η πολυπροσωπία, η «ακινησία” των Αγίων και η μυστηριακή και επιβλητική τους χάρη δημιουργούν μια υπερκόσμια αρμονία.

Ασφαλώς και εδώ ο τεχνίτης-αγιογράφος είναι επηρεασμένος από τη φτασμένη τεχνική της Μακεδονικής Σχολής. Δε διστάζει, όπως γράφει και ο συνάδελφος Κώστας Χιόνης, όταν αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές που αναφέραμε πιο πάνω, να παραχωρεί «τον ιδεαλισμό του στον ρεαλισμό, με τον οποίο υποτάσσει και μετασχηματίζει όλα τα στοιχεία, για να δώσει κοντά στη χάρη και τη ροδαλότητα των προσώπων, και την αίσθηση της υπερβατικής πραγματικότητας. Έτσι ξεφεύγει από τις ασκητικές μορφές των βυζαντινών χρόνων”.

Η απόδοση όλων των μορφών πάντως είναι θαυμάσια. Η εκφραστικότητα, η ζωντάνια και η ελευθερία έκφρασης που τις διακρίνει, δείχνει το μέγεθος της αγάπης και του ζήλου με τον οποίο εργάστηκε ο καλλιτέχνης.

Ολόκληρα λοιπόν τα επάνω διαζώματα των δύο παράλληλων τοίχων (βορείου και νοτίου) είναι χωρισμένα αντίστοιχα σε είκοσι ένα πλαίσια (ένδεκα στο βόρειο και δέκα στο νότιο) στα οποία υπάρχουν αντίστοιχες παραστάσεις. Οι εννιά και οκτώ απ’ αυτές σε κάθε τοίχο βρίσκονται στον κυρίως ναό και οι εφτά (δύο στο βόρειο, μία στο νότιο και τέσσερις στον ανατολικό) στο Άγιο Βήμα και αναφέρονται στα «μυστήρια” (θαυμαστά γεγονότα), που περιέχονται στους οίκους του Ακαθίστου, με τις οποίες και καλύπτεται η αγιογράφηση του επάνω διαζώματος.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των παραστάσεων είναι η συνεχής παρουσία της μορφής της Παναγίας. Από τις 24 παραστάσεις που αναφέρονται στο θαυμάσιο αυτό ύμνο, η μορφή της Παναγίας μας εικονίζεται στις 16.

Άλλο επίσης κοινό χαρακτηριστικό στις παραστάσεις αυτές είναι ότι, όπου παρίσταται ο Ιησούς Χριστός ως βρέφος, τοποθετείται πάντοτε ακριβώς στο κέντρο της αγκάλης της Θεοτόκου, στο ύψος του στέρνου Της, στο σημείο ακριβώς όπου βρίσκεται η καρδιά Της.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η απαρίθμηση των εικόνων (παραστάσεων) αυτών, όπως και του κάτω διαζώματος όλων των τοίχων, δεν έχει την έννοια της λεπτομερούς περιγραφής, αλλά μόνο της αναφοράς και της απλής καταγραφής αυτών.

Η πρώτη λοιπόν παράσταση με την οποία αρχίζει η απεικόνιση όλων των γεγονότων-σταθμών της ζωής της Θεοτόκου και η οποία περιέχεται στον πρώτο Οίκο του Ακαθίστου, βρίσκεται στο βόρειο τοίχο μετά το τέμπλο, μέσα δηλαδή στο Άγιο Βήμα. Εικονίζει τον αρχάγγελο Γαβριήλ, όρθιο σε στάση κινητική, ν’ απευθύνει τον ευαγγελικό χαιρετισμό στην Υπεραγία Θεοτόκο η οποία κάθεται έκθαμβος και τον ακούει. Στο κέντρο και επάνω από τις μορφές του Αγγέλου και της Θεοτόκου υπάρχει η επιγραφή Άγγελος Πρωτοστάτης” και δίπλα ακριβώς, μπροστά από το στόμα του Αγγέλου η επιγραφή με τη φράση «Χαίρε κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά Σου”.

Η δεύτερη παράσταση εικονίζει και πάλι τα αυτά πρόσωπα, του Αγγέλου και της «ταραγμένης” και απορούσης Παναγίας, με τις επιγραφές «Βλέπουσα η Αγία” και κάτω από αυτή, τη φράση του Αγγέλου «ΜΗ ΦΟΒΟΥ ΜΑΡΙΑΜ”.

Αμέσως μετά, στο επάνω πάντα διάζωμα, στον ανατολικό όμως τώρα τοίχο και πάνω από την Πρόθεση, βρίσκονται οι εικόνες-παραστάσεις της Αγίας Συλλήψεως της Παναγίας με τις επιγραφές «Γνώσιν άγνωστον γνώναι” η πρώτη, και «Δύναμις του Υψίστου…” η δεύτερη.

Με το τέλος της δεύτερης αυτής παράστασης του ανατολικού τοίχου αρχίζει η κόγχη του Αγίου Βήματος στην οποία δεσπόζει η «Πλατυτέρα των Ουρανών”. Η Παναγία μας εκφραζόμενη ωραιότατα με το διπλό συμβολισμό Της στο γενικότερο δογματικό κύκλο της αγιογράφησης, ως μητέρα δηλαδή Θεοτόκος, που γίνεται η «κλίμαξ δι’ ης κατέβει ο θεός”, και η «γέφυρα η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανών”, παρίσταται εδώ μεγαλοπρεπέστατη-πραγματική βασίλισσα ανάμεσα στους δύο ιστάμενους με σεβασμό αρχαγγέλους Γαβριήλ και Μιχαήλ, με τα χέρια απλωμένα σε στάση ικεσίας υπέρ όλου του κόσμου προς τον Κύριον των Δυνάμεων, τον οποίον ως «Πλατυτέρα του Σύμπαντος” κρατεί στο κέντρο της αγκάλης Της, όχι ως βρέφος πλέον αλλά ως Εμμανουήλ, ο οποίος ευλογεί (με τα δύο του χέρια). Γύρω από τη μεγαλόπρεπη μορφή Της εικονίζονται μέσα σε στηθάρια οι μεγάλοι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, «Άνωθεν οι προφήτες”, οι οποίοι μίλησαν γι’ αυτή και την εγκωμίασαν αιώνες πριν τη Γέννησή Της. Στ’ αριστερά βρίσκονται οι προφήτες Γεδεών, Μωυσής, Ησαΐας, Σολομών, και στα δεξιά Της οι προφήτες Δαυίδ, Ααρών, Ιεζεκιήλ και Ζαχαρίας, ενώ στο κέντρο του τόξου που σχηματίζουν τα στηθάρια δεσπόζει η μορφή του Κυρίου μας.

Δεξιά της κόγχης συνεχίζονται οι παραστάσεις των Οίκων του Ακαθίστου Ύμνου με τις επιγραφές «Έχουσα Θεοδόχον” και «Ήκουσαν οι ποιμένες”. Στην πρώτη εικονίζεται η Παναγία μας να συνομιλεί με την Ελισάβετ στην οποία αμέσως «ανέδραμε” μετά τον θείον Ευαγγελισμόν, ενώ δίπλα τους συνομιλούν επίσης οι Ζαχαρίας και Ιωσήφ.

Στη δεύτερη εικονίζεται η κλασσική παράσταση της Γεννήσεως του Κυρίου, με τους Αγγέλους να υπερίπτανται και τους ποιμένες να προσκυνούν. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ίσως από λάθος του καλλιτέχνη, ίσως διότι έτσι εξυπηρετούσε καλλίτερα ο χώρος, δεν τηρήθηκε απόλυτα η σειρά των Οίκων του Ακαθίστου. Προηγείται δηλ. η Γέννηση του Κυρίου και ακολουθεί ο «προβληματισμός” και ο «σκανδαλισμός” του Ιωσήφ, όπως φαίνεται στη μοναδική παράσταση του νότιου τοίχου μέσα στο Άγιο Βήμα. Σ’ αυτή λοιπόν φαίνεται η «ταραχή” του Ιωσήφ, ο οποίος ερωτά με αγωνία τη Θεοτόκο για τη σύλληψη του βρέφους και η Παναγία με ταπείνωση κύπτει την κεφαλήν Της, διότι κατά το σχέδιο της Θείας Οικονομίας την αποκάλυψη του Θαύματος έπρεπε να την κάνει στον Ιωσήφ ο ίδιος ο Θεός δια του Αγγέλου Του. Η επιγραφή της εικόνος χαρακτηριστική: «Ζάλην ένδοθεν έχων”, (εννοείται ο Ιωσήφ).

Δίπλα σ’ αυτή την παράσταση είναι η εικόνα του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, που αναφέραμε πιο πάνω, με την οποία και ολοκληρώνεται η κάλυψη του επάνω διαζώματος μέσα στο Άγιο Βήμα.

Στον κυρίως ναό οι οκτώ παραστάσεις του νότιου τοίχου αρχίζουν με την πορεία των Τριών «Μάγων” προς το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Στο επάνω μέρος της παράστασης αναγράφονται οι δύο πρώτες λέξεις του ογδόου οίκου του Ακαθίστου: «Θεοδρόμον Αστέρα”.

Ακολουθεί η προσκύνηση των «Μάγων” (Χαλδαίων). Ως επιγραφή και πάλι η πρώτη φράση του οίκου: Ίδον παίδες Χαλδαίων …”.

Οι «Μάγοι” φεύγουν, στη συνέχεια, γεμάτοι χαρά, επιστρέφοντες «εις την Βαβυλώνα”, αφού αποφασίζουν να γίνουν «Κήρυκες Θεοφόροι”, όπως αναγράφεται στην επιγραφή της επόμενης παράστασης.

Οι προφητείες όμως «είναι ανάγκη” να πραγματοποιηθούν όλες στο πρόσωπο του Κυρίου μας. Έτσι λοιπόν ο Ηρώδης, αφού οι Μάγοι τον άφησαν «ως ληρώδη”, μαίνεται και διατάζει γενική σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ. Ο Ιωσήφ και η Παναγία μας με τον Ιησού στην αγκαλιά Της φεύγουν για την Αίγυπτο. Ως επιγραφή της παραστάσεως και πάλι η αρχή του Οίκου: «Λάμψας εν τη Αιγύπτω…”

Η επόμενη παράσταση, με την οποία τελειώνει και το «ιστορικό” μέρος του Ύμνου, εικονίζει την «Υπαπαντή του Κυρίου”. Ο προφήτης Συμεών δέχεται στην αγκάλη του τον Ιησού ως βρέφος, ενώ παρούσα είναι και η προφήτιδα Άννα η οποία έχει ανεπτυγμένο ειλητάριο με τη φράση: «τούτο το βρέφος ουρανόν και γην εστερέωσεν”. Ως επιγραφή της παράστασης και πάλι η αρχή του δωδέκατου Οίκου: «Μέλλοντος Συμεώνος…”.

Από το 13ο Οίκο του θαυμάσιου αυτού Ύμνου αρχίζει το  θεολογικό-δογματικό μέρος αυτού, δηλαδή ό,τι έχει σχέση με την ενανθρώπηση του Κυρίου και τη σωτηρία του κόσμου. Ανάλογες φυσικά είναι και οι παραστάσεις που ακολουθούν.

Ο Ιησούς Χριστός ως Κύριος του ουρανού και της γης βρίσκεται μέσα σε νεφέλες έχοντας προς τα δεξιά Του και κάτω αριστερά, νέφος αγίων στους οποίους δείχνει τη νέα «κτίση”. Ανάλογη και η σχετική επιγραφή: «Νέαν έδειξε κτίσιν…”.

Η Παναγία μας, ως Θεοτόκος πλέον, έχουσα πάντα στο κέντρο της αγκάλης Της τον Υιό Της και Θεό Ιησού Χριστό, είναι αντικείμενο τιμής και προσκυνήσεως όλου του κόσμου. Στην αμέσως επόμενη λοιπόν παράσταση την τιμούν προσκυνηματικά πλήθος Αγίων (άνδρες και γυναίκες), η επιγραφή δε αναγράφει: «Ξένον τόκον ιδόντες”.

Η ενανθρώπηση του Κυρίου είναι από τα μεγαλύτερα και θαμαστότερα μυστήρια της Πίστης μας. Ενώ όμως με την ενανθρώπησή Του γίνεται τέλειος άνθρωπος, ούτε προς στιγμή δεν έπαψε να είναι τέλειος Θεός. Στην τελευταία λοιπόν παράσταση του επάνω διαζώματος του νοτίου τοίχου, αυτό ακριβώς εικονίζεται. Ενώ δηλαδή με τα άχραντα πόδια Του στηρίζεται στη γη, ανάμεσα σε Αγίους και Οσίους, ταυτόχρονα καλύπτεται από νεφέλες, ως δείγμα της Θεότητάς Του. Σχετική είναι και η επιγραφή: Όλος ην εν τοις κάτω… «, (και των άνω ουδόλως απήν…).

Ακολουθούν οι μορφές του Αγίου Ιωανικείου και του Αγίου Ιλαρίωνος με τις οποίες καλύπτεται ολόκληρη η επιφάνεια του επάνω διαζώματος και αμέσως αρχίζει το αντίστοιχο διάζωμα του δυτικού τοίχου, το οποίο καλύπτεται ολόκληρο από τρεις μόνο παραστάσεις. Είναι και οι τρεις θεομητορικές. Η μία στο κέντρο του τοίχου, η οποία είναι και η μεγαλύτερη, αφορά τη μεγαλειώδη παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το Θεοδόχον σώμα της Παναγίας μας, σε φυσικές διαστάσεις, βρίσκεται στο κρεβάτι «κεκοιμημένο”. Οι Άγιοι Απόστολοι που με τρόπο θαυματουργικό «συναθροίσθηκαν εκ περάτων”, εικονίζονται θλιμμένοι. Ο Άγιος Πέτρος κρατεί θυμιατό, ενώ από την άλλη ακριβώς πλευρά ο Απόστολος Παύλος φαίνεται να θρηνεί. Επάνω από το πανάχραντο και ζωαρχικό σώμα της Θεοτόκου, στο κέντρο ακριβώς της εικόνος, βρίσκεται ο Κύριος ανάμεσα σε δύο αγγέλους έχοντας στην αγκάλη Του την ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του που εικονίζεται ως εσπαργανωμένο βρέφος. Κάτω ακριβώς από το κρεβάτι της Θεοτόκου εικονίζεται άγγελος Κυρίου με γυμνό το ξίφος του με το οποίο μόλις έκοψε τα χέρια του άπιστου εκείνου Εβραίου Ιεφωνίου, ο οποίος «φθόνω κινηθείς και αυθαδώς επί την κλίνην τας χείρας απλώσας, έλαβεν αμέσως της αυθαδείας αυτού τα επίχειρα.

Οι άλλες δύο παραστάσεις που βρίσκονται αντίστοιχα δεξιά και αριστερά της Κοιμήσεως αφορούν δύο άλλα μεγάλα γεγονότα-σταθμούς στη ζωή της Αειπάρθενου. Η πρώτη αφορά τη «Γέννηση” και η δεύτερη τα ‘Έισόδιά” Της. Επιβλητικές και οι δύο και απόλυτα εκφραστικές. Τα εικονιζόμενα πρόσωπα εκφραστικότατα «μιλούν” και στις δύο παραστάσεις. Στην πρώτη υπάρχει η επιγραφή «Ή γέννησις της Θεοτόκου” και στην άλλη «Ή εν τω Ναώ Είσοδος της Θεοτόκου”.

Με την αρχή του επάνω διαζώματος του βόρειου τοίχου συνεχίζεται ο Ακάθιστος Ύμνος. Στην πρώτη παράσταση της πλευράς αυτής εικονίζεται η μορφή του Κυρίου μας σε παιδική ηλικία. «Πάσα φύσις αγγέλων”, όπως αναγράφεται στο επάνω μέρος αυτής, πραγματικά «Κατεπλάγη ορώσα το της ενανθρωπήσεως έργον”. Και αυτό ακριβώς εικονίζει η παράσταση, το θαυμασμό δηλαδή και την έκπληξη των αγγέλων. Πάνω από την εικόνα του Ιησού που εικονίζεται με φτερά μέσα σ’ένα τεράστιο αστέρι υπάρχει η φράση: «Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ”.

Και πάλι το μυστήριο της ενανθρωπήσεως στην επόμενη παράσταση. Δε το χωράει ο νους του ανθρώπου πως μπορεί να συμβαίνουν τέτοια και τόσα μυστήρια. Πολύφθογγοι ρήτορες, διδάσκαλοι και σοφοί παρουσιάζονται «περισσότερο άφωνοι και από τους ιχθείς” βλέποντες το αειπάρθενο της Θεοτόκου. Αυτό εικονίζει και πάλι η παράσταση με την εικόνα της Παναγίας έχουσα τον Ιησού Χριστό ως βρέφος στο κέντρο της αγκάλης Της, με το νέφος των Αγίων δεξιά και αριστερά Της, που κατά πάσα πιθανότητα είναι άνθρωποι των γραμμάτων-σoφoί αν κρίνει κανείς από την ιδιαίτερη εμφάνισή τους αλλά και την επιγραφή της εικόνος: «ΡΗΤΟΡΑΣ ΠΟΛΥΦΘΟΓΓΟΥ … «.

Ολόσωμος ο Κύριος στην άλλη παράσταση, με την επιγραφή «Σώσαι θέλων τον Κόσμον”, ευλογεί όλους όσους Τον αγάπησαν πολύ και βρίσκονται σήμερα κοντά Του στους ουρανούς.

Και ακολουθεί η άλλη παράσταση. Ο λόγος και πάλι για την Αειπάρθενο. Η απύθμενη συγκατάβαση του Κυρίου να φιλοξενηθεί ως άνθρωπος στα σπλάχνα της Παναγίας, την έκανε «Τείχος των Παρθένων”, φρούριο και κάστρο καταφυγής σε όποιον ή σε όποια καταφεύγει κοντά Της. Αυτό εικονίζει και γράφει η συνεχόμενη παράσταση που εικονίζει και πάλι τη βρεφοκρατούσα ( πάνω στην καρδιά Της) μητέρα του Κυρίου να ευλογεί και να προστατεύει τις Παρθένους που βρίσκονται δεξιά και αριστερά Της.

Ό,τι κανείς και να προσφέρει στον Πανάγαθο πλουσιοπάροχο Δωροδότη μας είναι ελάχιστο μπροστά στο «Πλήθος των πολλών οικτιρμών” Του. Γι’ αυτό και «Ύμνος άπας ηττάται”, γράφει η επιγραφή της επόμενης παράστασης που εικονίζει πλήθος κληρικών να προσφέρουν την αναίμακτο θυσία στο Θεό.

Ολόσωμη σα λαμπάδα εικονίζεται η Παναγία μας και στην επόμενη παράσταση, έχουσα και πάλι στο κέντρο της αγκάλης Της τον Ιησού Χριστό. Δεξιά Της σαν από σκοτεινό σπήλαιο προβάλλουν χιλιάδες άνθρωποι, όλη η ανθρωπότητα, πελαγοδρομούσα μέσα στο πέλαγος της αμαρτίας. Έχουν ανάγκη από φως για να πορευθούν και αυτό το αντλούν από την Παναγία μας, την «Φωτοδόχον λαμπάδα” όπως επιγράφεται στην παράσταση.

Το ανθρώπινο γένος μετά την παράβαση των πρωτοπλάστων περιέπεσε στην αμαρτία. Κανείς πλέον δε μπορεί να του δώσει τη λύτρωση εκτός από Αυτόν που έχει «Εξουσία του αφιέναι τας αμαρτίας”. Αυτό εικονίζει η άλλη παράσταση με τον Κύριο των πάντων ολόσωμο να περιβάλλεται από πλήθη κόσμου, οι οποίοι γονατιστοί Τον υμνούν, Τον ικετεύουν και Τον δοξάζουν. Οι επιγραφές της παραστάσεως είναι πάλι σχετικές: «Χάριν δούναι θελήσας…” γράφει στο επάνω μέρος της εικόνος, κάτω δε από τα πόδια του Ιησού, το τέλος της φράσης του εικοστού δευτέρου Οίκου: «Και σχίσας το χειρόγραφον, ακούει παρά πάντων αλληλούια”.

Και ακολουθεί η προτελευταία εικονογραφημένη παράσταση του Ακαθίστου Ύμνου που είναι αφιερωμένη και αυτή στο πρόσωπο της Παναγίας μας. Πλήθος ανθρώπων έχοντας στο κέντρο τη μητέρα του Θεού, ψάλλουν και την υμνούν «ως έμψυχον Ναόν”, ενώ η Θεοτόκος έχει και πάλι στο κέντρο της αγκάλη Της τον Ιησού. Στο επάνω μέρος της παράστασης σημειώνεται η φράση: «ψάλλοντές σου τον τόκον…”.

Και τέλος η τελευταία προ του τέμπλου παράσταση του βόρειου τοίχου, ως κατακλείδα του Ακαθίστου Ύμνου με την οποία και καλύπτεται όλη η αγιογράφηση του επάνω διαζώματος του ναού: Η Υπεραγία Θεοτόκος εικονίζεται εδώ σε μικρόσωμη εμφάνιση στο κέντρο της παραστάσεως, έχουσα και πάλι τον Κύριο στο κέντρο της αγκάλης Της, ενώ την περιβάλλει πλήθος Αγίων οι οποίοι και πάλι την υμνούν και ψάλλουν το «Ω Πανύμνητε Μήτερ…”.

Η εικονογράφηση του κάτω διαζώματος έχει άλλο χαρακτήρα. Δεν περιλαμβάνει ένα μόνο θέμα. Εικονίζει δεκάδες Αγίους, Οσίους και Νεομάρτυρες, άνδρες και γυναίκες, σε μια διάταξη όχι τυχαία αλλά με βάση κάποια ιστορική αρχή που έχει σχέση ή με τον τρόπο του θανάτου τους (νεομάρτυρες), ή με την εργασία-λειτούργημα  που ασκούσαν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους (κληρικοί, μοναχοί, δάσκαλοι, στρατιωτικοί κλπ.). Όλοι εικονίζονται κοντά μας, γύρω μας, στο ύψος περίπου του δικού μας σώματος, σάρκες από τις σάρκες μας, όμοιοι με μας, ώστε να είναι χειροπιαστά πρότυπα και παραδείγματα που μπορούμε κάλλιστα να φθάσουμε και να ομοιάσουμε. Όλοι τους κρατούν στο ένα χέρι τους το Σταυρό του Κυρίου μας, όπως αναφέρει σχετικά και ο ιερός υμνογράφος στο γνωστό απολυτίκιο «Εν σοι Πάτερ ακριβώς, διεσώθη το κατ’ εικόνα, λαβών γαρ τον Σταυρόν ηκολούθησας τον Χριστόν…”).

Και πρώτο το αγαπημένο «Ραφτόπουλο” της Θάσου, ο Νεομάρτυράς της. Αμέσως μπροστά από το τέμπλο, με την αρχή του νότιου τοίχου, βρίσκεται ολόσωμη και σε φυσικές διαστάσεις η σεμνή μορφή του Ιωάννου του νέου, του «εκ της Θάσου”, όπως επιγράφεται. Ο Άγιος κατάγονταν από τις Μαριές. Το 1652 σε ηλικία 14 ετών, εργαζόμενος σε ένα ραφτάδικο της Κωνσταντινουπόλεως συκοφαντήθηκε από ένα Εβραίο και οδηγήθηκε στο Βεζίρη της πόλεως ως υβριστής του Μουσουλμανισμού. Παρ’ όλες τις υποσχέσεις και τις απειλές των Τούρκων για να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει Μουσουλμάνος, δε λύγισε και στις 20 Δεκεμβρίου του 1652 οι Τούρκοι τον αποκεφάλισαν.

Δίπλα ακριβώς, στις ίδιες διαστάσεις, βρίσκεται η μορφή, του επίσης πολυαγαπημένου στη Θάσο, αλλά και σε ολόκληρη την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, Μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Εικονίζεται όρθιος, χωρίς το γνωστό άλογο, με στολή στρατηλάτου κρατώντας στο ένα χέρι το Σταυρό και στο άλλο τη λόγχη του.

Στο παράθυρο που ακολουθεί εικονίζονται στα τοιχώματά του οι ιατροί άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός, ενώ στο κέντρο της αψίδος που σχηματίζεται, παρίσταται ο IC-XC ευλογών με τα δυο Του χέρια.

Πάνω από το παράθυρο αυτό εικονίζεται ο πατριάρχης Ιακώβ και αμέσως μετά ακολουθούν οι μορφές άλλων επτά αγίων που εικονίζονται όχι ολόσωμοι αλλά σε μπούστο (μόνον η προτομή τους). Είναι οι άγιοι Θεόδωρος ο Τύρων, Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Νικήτας, Αρτέμιος, Παντελεήμων, Προκόπιος και Τρύφων (με το κλαδευτήρι στο ένα χέρι).

Μεσολαβεί η είσοδος του ναού, αυτή του νότιου τοίχου που ουσιαστικά είναι και η κύρια είσοδος αυτού, αφού η άλλη του δυτικού τοίχου και μικρότερη σε ύψος είναι και, σήμερα τουλάχιστον, μένει πάντα κλειστή.

Ακολουθούν και πάλι ολόσωμες, σε φυσικές διαστάσεις, οι μορφές των μεγάλων πρωτο-κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου που στα χέρια τους κρατούν ένα ναό, την Εκκλησία του Χριστού, ενώ ο Απόστολος Παύλος με το άλλο χέρι κρατά ένα σπαθί. Για τον ελλαδικό, κυρίως, αλλά και γενικότερα για το χριστιανικό κόσμο οι δύο αυτοί πανεύφημοι και θεομακάριστοι Απόστολοι είναι οι μεγάλοι ευαγγελιστές της Εκκλησίας του Χριστού. Χάρις στους δικούς τους αιματηρούς αγώνες και στη δική τους θυσία μεταφυτεύτηκε και στερεώθηκε η νέα θρησκεία, η Εκκλησία μας και γι’ αυτό από τα πρώτα κιόλας παλαιοχριστιανικά χρόνια οι αγιογραφικοί χρωστήρες τους θέλουν πάντα σχεδόν μαζί και πολυάριθμοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη τους.

Στο ίδιο πάντα μέγεθος ακολουθούν οι μορφές τριών ηρωίδων της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τις μάρτυρες Αικατερίνη, Βαρβάρα και Παρασκευή, που και αυτών τα ονόματα είναι πολύ οικεία και αγαπητά στη Θάσο, όπως και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.

Μέσα στο μικρό παράθυρο που ακολουθεί και που «κόβει” προς στιγμήν την επίπεδη αγιογράφηση του νότιου τοίχου, βρίσκονται, στα τοιχώματα αυτού, οι μορφές του Αγίου Ανδρονίκου και του Αγίου Χαρίτωνος, ενώ στο κέντρο της αψίδος που σχηματίζεται πάνω απ’ το άνοιγμα του παραθύρου σημειώνεται μέσα σε περιγεγραμμένο κύκλο το σχήμα του σταυρού, στα ενδιάμεσα των κεραιών του οποίου υπάρχοντα συντομογράμματα IC,XC,IH (ΝΙ), ΚΑ.

Αμέσως μετά, κάτω απ’ το παράθυρο αυτό, ακολουθούν, ολόσωμες και πάλι, αλλά πολύ μικροτέρων διαστάσεων από το φυσικό μέγεθος, οι χαριτωμένες μορφές δύο ακόμα αγίων γυναικών, της Αγίας Ισαποστόλου Φωτεινής και της Αγίας πρωτομάρτυρας Θέκλας, ενώ επάνω απ’ το παράθυρο είναι ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Τέλος, ακριβώς στο άκρο του νότιου τοίχου, προς τη δυτική πλευρά αυτού, δεσπόζει σε φυσική και πάλι διάσταση, η μορφή της πολύ γνωστής και αγαπητής αγίας, της μάρτυρος Μαρίνας, που σε νεαρότατη ηλικία έδωσε το αίμα της για το Νυμφίο Ιησού περιφρονώντας τους πολλούς επίγειους και εφήμερους νυμφίους.

Η εικονογράφηση του κάτω διαζώματος του δυτικού τοίχου αρχίζει με τις σημαντικές για τη Θάσο μορφές των Αγίων Αθανασίου «του εν τω Άθω”, του οσίου Λουκά «της Θάσου”, και του Αγίου Ευθυμίου επίσης «της Θάσου”.

Ακολουθεί η «Σύναξις των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ”. Πρόκειται και πάλι για παράσταση με μορφές ολόσωμες σε φυσικές διαστάσεις, που έχουν ανάμεσά τους τον Κύριο των πάντων, τον Ιησού Χριστό, ενώ πάνω από τον Κύριο υπάρχει και τρίτος ανώνυμος Άγγελος, πολύ μικροτέρων διαστάσεων.

Στο σημείο αυτό οι αγιογραφίες «κόβονται” από το άνοιγμα της δυτικής εισόδου του ναού. Ακριβώς επάνω από την είσοδο αυτή εικονίζεται η μορφή του Κυρίου με τη γνωστή παραβολική παράσταση του Άναπεσώντος”. Επάνω από το ανακεκλιμμένο σώμα Του υπάρχουν τα συντομογραφικά IC­-XC και κάτω από αυτά η ανορθόγραφη επιγραφή ‘ΆΝΑΠΕΣΟΝ ΚΕΚΥΜΗΤΕ ΟΣ ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΓΕΡΕΙ ΑΥΤΟΝ”.

Ακολουθούν οι μορφές του Αγίου Κων/νου και της Αγίας Ελένης. Ανάμεσά τους έχουν ένα υπερμεγέθη Σταυρό τον οποίο κρατούν με το ένα χέρι τους, ενώ με το άλλο κρατούν αντίστοιχα σκήπτρο ο Άγιος Αυτοκράτορας και κλάδο φοινίκης η αγία μητέρα του.

Και οι αγιογραφικές παραστάσεις του δυτικού τοίχου τελειώνουν με τις ολόσωμες πάντα και ασκητικότατες μορφές του Αγίου Ζωσιμά και της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ενώ δίπλα ακριβώς είναι η εικόνα του Αγίου Ονούφριου με την τεράστια γενειάδα. Ο αγιογράφος με ιδιαίτερη προσοχή απεικόνισε αυτές τις αγιασμένες μορφές της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα τη θαυμαστή και εξαϋλωμένη μορφή της ηρωίδας της ερήμου Οσίας Μαρίας, σκορπώντας πραγματικό δέος σ’ όποιον την αντικρίζει. Το κάτω διάζωμα του βόρειου τοίχου αρχίζει, από δυτικά προς τα ανατολικά με τη μορφή του Αγίου Μακαρίου. Και εδώ ολόσωμοι όλοι οι Άγιοι, σε φυσικό πάντα μέγεθος, εντυπωσιάζουν για τη ζωντάνια των χρωμάτων και την εκφραστικότητα των χαρακτηριστικών τους.

Μετά τον Άγιο Μακάριο ακολουθούν οι άλλες μεγάλες ασκητικές μορφές των οσίων Θεοδοσίου, Σάββα, Ευθυμίου και Αντωνίου του Μεγάλου. Όλοι τους εκτός από τον Άγιο Αντώνιο φέρουν στους ώμους τους τη χαρακτηριστική αγιασμένη στολή του μοναχικού σχήματος με μικρά σταυρουδάκια στο ύψος των ώμων. Με το δεξί τους χέρι κρατούν σταυρό και κομποσκοίνι, ενώ με το αριστερό ειλητάρια με αποσπάσματα στίχων από προσωπικά ή άλλα αγιοπατερικά κείμενα.

Αμέσως μετά ακολουθούν οι εικόνες των Αγίων Ιακώβου του Πέρση, του Σεβαστιανού, του Λογγίνου του Εκατόνταρχου και η χαρακτηριστική μορφή του Αγίου Χριστόφορου.

Ακολουθούν οι μορφές των στρατιωτικών, όπως λέγονται, αγίων, με πρώτη την εικόνα ενός αγίου ο οποίος κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα τεράστιο βέλος. Το όνομά του δε σώζεται σήμερα ολόκληρο. Υπάρχει όμως η κατάληξη αυτού ­ΟΤΟΡΟΣ. Αμέσως μετά εικονίζονται οι άλλοι γνωστοί στρατιωτικοί Άγιοι, Ευστάθιος και Αναστάσιος ο Πέρσης, και τέλος ο Άγιος Μηνάς.

Ακολουθεί μία «ξένη” προς το χώρο παράσταση. Γνωστή σε μοναστηριακούς χώρους και κυρίως στους νάρθηκες των καθολικών και στις τράπεζες αυτών, σπάνια όμως στους ναούς των ενοριών και ιδιαίτερα στα εξωκλήσια αυτών, όπως ήταν ο ναός της Παναγούδας. Η παράσταση εικονίζει τον αρχάγγελο Μιχαήλ να τιμωρεί τον πλεονέκτη πλούσιο, έχοντας στο χέρι του ξίφος γυμνό. Η επιγραφή που υπάρχει στο πάνω μέρος της εικόνος, είναι απόλυτα κατατοπιστική: «Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΙΔΕΥΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ”.

Στη συνέχεια, πριν φθάσουμε στη μορφή του Αγίου Δημητρίου, με την εικόνα του οποίου κλείνει όλος ο «κύκλος” της άγιο-κατάταξης του κυρίως ναού και η οποία βρίσκεται απέναντι ακριβώς από την εικόνα του Αγίου Γεωργίου που εικονίζεται στην αρχή του νότιου τοίχου, όπως περιγράψαμε σε άλλο σημείο, ο τοίχος «κόβεται” και πάλι από ένα άνοιγμα-είσοδο, που οδηγεί στο γνωστό Αγίασμα του ναού.

Πρόκειται για μια πολύ παλιά πηγή που έχει την αρχή της τουλάχιστον πολύ πριν από την κατασκευή του σημερινού ναού, αφού κατ’ αυτήν ενσωματώθηκε σ’ αυτόν. Η πηγή έχει σχήμα κύκλου και η διάμετρός της είναι περίπου ένα μέτρο. Η ανάβλυση του νερού είναι πολύ μικρή. Η υπερχείλησή του διοχετεύεται διά μέσου ενός ανοιχτού φρεατίου και στη συνέχεια δι’ ενός υπογείου αγωγού, που κόβει σχεδόν κάθετα το ναό, έξω από αυτόν, και καταλήγει σε μια λιθοκατασκευασμένη απέριττη βρύση που βρίσκεται στο επίπεδο του κάτω αύλειου χώρου (πρασιάς) της μονής και απ΄ εκεί στον κήπο.

Η πηγή σκεπάζεται από μια ευρύχωρη θολωτή επιφάνεια η οποία καλύπτεται με την αγιογραφική παράσταση της «Ζωοδόχου Πηγής”. Εδώ δεσπόζει και πάλι η μορφή της Παναγίας μας που κρατάει στο κέντρο της αγκάλης Της το Χριστό, ενώ αριστερά αυτής εικονίζεται η μορφή του Αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ τη στιγμή που δίνει την εντολή-παρότρυνση «πίεσθε εκ των Υδάτων”.

Η αγιογράφηση του κάτω διαζώματος όπως και του επάνω, συνεχίζεται και μέσα στο Άγιο Βήμα, αμέσως μετά το τέμπλο.

Πρώτη από το βόρειο πάντα τοίχο είναι η ολόσωμη, αλλά φθαρμένη από την υγρασία, μορφή του Αγίου Πέτρου, του Επισκόπου Αλεξανδρείας, ο οποίος εκφράζει με απορία και παράπονο το ερώτημα προς τον Κύριο: «Κύριε ποίος εξέσχυσε τον χιτώνα;”. Η φθορά της εικόνος δεν είναι, ευτυχώς, πάρα πολύ μεγάλη. Η υγρασία επηρέασε μόνο τα πόδια του εικονιζόμενου αγίου, ενώ το υπόλοιπο σώμα είναι σε καλή κατάσταση.

Αμέσως μετά ακολουθεί η μορφή του Αγίου Διακόνου Πρόχωρου, που βρίσκεται μέσα σε κοίλωμα που σχηματίζεται στον τοίχο. Στο κάτω μέρος αυτής δίδεται η απάντηση από τον ίδιο τον Κύριο στο παραπάνω ερώτημα του Αγίου Πέτρου, με τη φράση «Ο Άρειος με εξέσχισε…”.

Και η αγιογράφηση του βόρειου τοίχου τελειώνει με τη μορφή και πάλι του Κυρίου μας, ο οποίος όμως εδώ εικονίζεται σε παιδική ηλικία, φορώντας χιτώνα μέχρι τα γόνατά Του.

Ο ανατολικός τοίχος αρχίζει με την εικόνα του Αρχιδιακόνου Στεφάνου. Δίπλα βρίσκεται το άνοιγμα-κόγχη της Αγίας Πρόθεσης και φυσικά η εικόνα εδώ του Αγίου Στεφάνου βρίσκεται στην πιο επίκαιρη θέση.

Ολόκληρη η Πρόθεση καλύπτεται από την Παναγία μορφή του Κυρίου η οποία δεσπόζει σε όλο το πλάτος και το ύψος αυτής σε φυσικό και κάπως μεγαλύτερο ακόμη μέγεθος. Αυτός που εξουσιάζει τα σύμπαντα, έχει τώρα τα χέρια Του εσταυρωμένα στο στήθος Του ως κοινός άνθρωπος, εκφράζοντας απόλυτα την «Άκρα Ταπείνωση”.

Δίπλα ακριβώς είναι η εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος, μετά από την οποία αρχίζει το άνοιγμα της κόγχης του Αγίου Βήματος.

Πρώτη εδώ η μορφή του Αγίου Κυρίλλου, δίπλα η του Αγίου Αθανασίου και αμέσως μετά του Αγίου Χρυσοστόμου. Όλες οι παραστάσεις είναι ολόσωμες σε μέγεθος φυσικό. Οι ιεράρχες φέροντες ανάλαφρα φαιλόνια, στα οποία κυριαρχούν τα χρώματα ερυθρό και λευκό εναλλάξ και κρατούντες ανοιγμένα λειτουργικά ειλητάρια παρουσιάζονται με φυσικότητα και απλότητα σαν να συλλειτουργούν.

Ακολουθεί το μικρό παραθυράκι στο κέντρο ακριβώς της κόγχης, μέσα στα τοιχώματα του οποίου εικονίζονται οι μορφές των αρχαγγέλων Γαβριήλ και Σεραφείμ και πάνω από αυτό, μέσα σε δισκάριο, ο Ιησούς Χριστός ως βρέφος μελιζόμενο. Η παράσταση ασφαλώς έχει σα βάση τη γνωστή ευχή της θείας λειτουργίας του Αγίου Χρυσοστόμου: «Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων”.

Αμέσως μετά ακολουθούν οι μορφές των Αγίων Βασιλείου, Γρηγορίου και Νικολάου, με τις οποίες καλύπτεται το κοίλωμα της κεντρικής κόγχης του Αγίου Βήματος.

Μιλούμε για κύρια κόγχη, γιατί αμέσως μετά και τη μορφή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά που εικονίζεται δεξιά της Κόγχης, υπάρχει και νέο κοίλωμα στον τοίχο, που χρησιμεύει ως Πρόθεση της άλλης Αγίας Τραπέζης, αφού ο ναός είναι δισυπόστατος. Εδώ μέσα εικονίζεται και πάλι ο Κύριος ως αμνός προσφερόμενος μέσα σε Αγιοπότηρο, ενώ Άγγελοι πετούν πάνω απ’ αυτό.

Όπως στην προηγούμενη Αγία Πρόθεση παρίσταται δίπλα της ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, έτσι και εδώ εικονίζεται ο άλλος Αρχιδιάκονος, ο Εύπλους.

Η Αγία Τράπεζα που ακολουθεί και με την οποία τελειώνει ο ανατολικός τοίχος, είναι απλώς ένα νέο κοίλωμα (κάπως μεγαλύτερο), μέσα στον τοίχο και πάλι, στο οποίο κυριαρχεί η μεγαλόπρεπος παρουσία του Κυρίου, ο οποίος ως Αρχιερέας ιερουργεί, κρατώντας και προσφέροντας με το αριστερό Του χέρι το Άγιο Ποτήρια με το αίμα Του, ενώ περιβάλλεται από πλήθος διακόνων και Αγγέλων που βρίσκονται δεξιά και αριστερά Του. Τα ωράρια των διακόνων γράφουν και εδώ, όπως και σε άλλα σημεία που εικονίζονται διάκονοι, το άγιος, άγιος, άγιος.

Οι αγιογραφίες του δυτικού τοίχου, μέσα στο Άγιο Βήμα είναι ελάχιστες αφού και ο χώρος είναι μικρός αλλά και ένα μέρος αυτού καλύπτεται από το παράθυρο που υπάρχει στο σημείο αυτό. Στην επάνω επιφάνεια του παραθύρου εικονίζεται ο Κύριος ευλογώντας ανάμεσα στους Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό, ενώ στις κάθετες πλευρές αυτού εικονίζονται οι Άγιοι Ελευθέριος και Αβέρκιος.

Τέλος, κάτω ακριβώς από το παράθυρο, είναι οι εικόνες των αγαπημένων Αγίων της υπαίθρου, του Μόδεστου και Χαραλάμπους, με τους οποίους και ολοκληρώνεται όλη η εσωτερική Αγιογράφηση του ναού.

Στο υπόστεγο (νάρθηκα) του ναού που βρίσκεται η είσοδος του νότιου τοίχου, και πάνω ακριβώς απ’ αυτή, εικονίζεται μέσα σε περιγεγραμμένο ημικύκλιο και πάλι η μορφή της Παναγίας, κρατούσα στην αριστερή Της αγκάλη τον Ιησού Χριστό, ενώ την περιβάλλουν οι άγιοι άγγελοι.

Δίπλα και αριστερά ακριβώς από την είσοδο αυτή, που ουσιαστικά είναι η μοναδική, λίγο πριν ξεκινήσει η όλη κίνηση για τη μοναστηριοποίηση του Προσκυνήματος, και συγκεκριμένα το 1973, τοπικός καλλιτέχνης, ο γνωστός σ’  όλο το νησί Σ. Γαμβρέλης, αγιογράφησε την Κοίμηση και πάλι της Θεοτόκου. Πρόκειται για μια παράσταση 1,50×1,30 μ. στην οποία επάνω γράφει το «MHR (ΜΗΤΗΡ), ΘΕΟΥ” και κάτω στη βάση της τοιχογραφίας την εξής αφιερωματική σημείωση: «Αφιέρωμα Οικογ. Θωμά Παπαδημητρίου του Ιωάννου και της συζύγου αυτού. Καλή προστασίαν εις τα εγγονάκια μου, Θωμάν και Παναγιώτα. Καλληράχη Θάσου 1973.

Μοιράσου